Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Το Ναζιστικό Ολοκαύτωμα του Αλικιανού Χανίων, 1 Αυγούστου 1941.


Tο Ναζιστικό Ολοκαύτωμα του  Αλικιανού Χανίων :“Βάζανε τους ίδιους να ανοίγουνε τους λάκους τους”


Σύµφωνα µε το υπ’ αριθ. 16/1946 Βούλευµα του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκληµατιών Πολέµου, οι Nαζί εκτέλεσαν αµέσως µετά τη Μάχη της Κρήτης 2.000 και πλέον άτοµα…

Στον Αλικιανό Χανίων, στις όχθες του ποταμού Κερίτη, οι Ναζί εκτέλεσαν την 1η Αυγούστου 1941, 118 Έλληνες από τα χωριά Αλικιανό, Κουφό, Βατόλακκο, Σκινέ, Μεσκλά, Φουρνέ, Πρασέ, Ν. Ρούματα, Θρούνι, Καράνο, Σκαφιδάκια.

Στο βιβλίο τα Ελληνικά Ολοκαυτώματα αναφέρονται τα εξής: 
"[…] Νωρίς τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 1ης Αυγούστου κατέφθασε στη διασταύρωση της Γέφυρας του Κερίτη ένα Τάγμα Πεζικού και ένα Τάγμα της 5ης Μεραρχίας Αλπινιστών. Από εκεί, πεζοί πλέον, περικύκλωσαν τα χωριά του κάμπου εξορμώντας και προς τα χωριά της Ρίζας. Έτσι, τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά το σύνθημα εφόδου διά φωτοβολίδων, άρχισε το δράμα των κατοίκων, συλλήψεις αθώων πολιτών και μεταφορά τους στον Αλικιανό, στο έκτακτο στρατοδικείο που συνέστησαν για νομιμοφάνεια της πράξεώς τους. Όσους προσπάθησαν να διαφύγουν τους εκτέλεσαν επιτόπου. Συλλήψεις, εκτελέσεις πολιτών, από 17 έως 80 ετών, ακόμα και αναπήρων, αδιακρίτως και, όπως καταγράφηκε στη συνέχεια, οι περισσότεροι των εκτελεσθέντων δεν είχαν λάβει μέρος στη Μάχη…

Συλλαμβάνονται 32 κάτοικοι του Σκινέ, οκτώ (8) φονεύονται στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Η Γερμανική Διοίκηση, εξαγριωμένη για την αντίσταση που προέβαλαν οι κάτοικοι, και μάλιστα με γερμανικά όπλα, δίνει εντολή για την πυρπόληση των οικισμών του Σκινέ. Ομάδες στρατιωτών, εφοδιασμένοι με βενζίνη από αποθήκη βενζίνης στον Σκινέ (20 βαρέλια βενζίνης είχαν μεταφερθεί τις προηγούμενες ημέρες στην οικία του Ανεζάκη), περιέρχονταν στις γειτονιές του χωριού και κατέκαιγαν τα σπίτια…


Σκηνές απίστευτης βαρβαρότητας διαδραματίστηκαν στην οικία του Ι. Δερμιτζάκη, στον οικισμό Μεσοκεφάλα, ο οποίος ήταν και ανάπηρος πολέμου. Κατάκοιτος όπως ήταν, τον περιέλουσαν με βενζίνη και τον έκαψαν…


Το απόγευμα της 1ης Αυγούστου εκατοντάδες στήλες καπνού υψώνονταν από τον Σκινέ (250 περίπου οικίες πυρπολήθηκαν και 44 κάτοικοι εκτελέστηκαν). Ο θρήνος των γυναικόπαιδων που αναζητούσαν γονείς, συζύγους και αδέλφια συνέθεταν την εικόνα του Ολοκαυτώματος…"


Για το Ολοκαύτωμα του Κερίτη είχε μιλήσει και ο Αριστομένης Συγγελάκης, μέλος της ΣΕ του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, πριν 1 χρόνο, το Σάββατο 1 Αυγούστου σε σχετική εκδήλωση σε Σκινέ και Αλικιανό. Στην  ομιλία είχαν αναφερθεί μεταξύ των άλλων τα εξής  για το Ολοκαύτωμα:



"Στη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης, στην περιοχή του Αλικιανού έλαβαν χώρα σκληρές συγκρούσεις με τη συμμετοχή πολιτών που έτρεξαν να δώσουν τον υπέρτατο αγώνα υπέρ βωμών και εστιών ενάντια στους φοβερούς Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Έναν ιερό αγώνα, που κατοχυρώνει και το Διεθνές Δίκαιο. Στη μάχη αυτή αναδείχτηκε ήρωας της τοπικής αντίστασης ο Εμμανουήλ Θ. Παπαδερός, τραυματίας του αλβανικού μετώπου, που εξολόθρευσε έπεσε ηρωικά αφού είχε εξολοθρεύσει πολλούς αλεξιπτωτιστές και καταρρίψει δύο αεροπλάνα.

Αμέσως μετά τη Μάχη της Κρήτης, ο Στούντεντ, διέταξε εκδικητικά εκτελέσεις πολιτών χωρίς διαδικασίες στις περιοχές όπου διεξήχθησαν οι μάχες. Στις 2 Ιουνίου 1941, εκτελέστηκαν 42 πολίτες από τον Αλικιανό, που τους εκτέλεσαν αφού τους έβαλαν και άνοιξαν τον ομαδικό τάφο τους μπροστά στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού.

Όμως, δυστυχώς οι διψασμένοι για αίμα Γερμανοί δεν σταμάτησαν εδώ: την 1η Αυγούστου 1941 προχώρησαν στην εκτέλεση άλλων 118, 13 εκ των οποίων ήταν από τον Αλικιανό και οι υπόλοιποι από τα χωριά Φουρνές, Σκηνές, Βατόλακος, Κουφό, Πρασές, Καράνου, Λάκκοι, Ορθούνι, Νέα Ρούματα και Χοστή.

Ο αείμνηστος ιερέας από τον Φουρνέ Χαρίτων Μαυρογένης είπε χαρακτηριστικά:

«Τους πήγανε στ’ Αλικιανού, σχεδόν απ’ όλα τα χωριά,  στην τοποθεσία Πέντε Ελιές, είχανε ένα μέρος για δικαστήριο, εκεί τους ανακρίνανε. Έπειτα τους δένανε τα μάτια τους και τους κατεβάζανε στο ποτάμι κάτω. Έβαζαν τους ίδιους και ανοίγανε λάκκους μέσα στο ποτάμι και αφού τους εκτελούσαν, τους ρίχνανε μέσα σε αυτούς τους λάκκους.».

Ο αείμνηστος Γιάννης Μανουσάκης, κάτοικος Αλικιανού αφηγείται:

«Τον πατέρα μου από τους πρώτους τονε πήρανε και τονε πήγανε κατευθείαν, ήταν ο τόπος εκτελέσεως το ποτάμι, τον Κερίτη λέμε εμείς πάνω από το γεφύρι. Είχανε μαζέψει πολύ κόσμο από τα χωριά του κάμπου, αλλά και από τα ορεινά. Στη συνέχεια τους ανακρίνανε και τους κατεβάζανε στο ποτάμι, όπου τους εκτελούσαν. Εμείς είμαστε απέναντι και ακούαμε τους πυροβολισμούς  και έλεγαν οι άλλοι ”τώρα είναι η χαριστική βολή”. Κατά τις 5 το βραδάκι τέλειωσε. Σκοτώσανε αυτούς που θέλανε, μας συγκεντρώσανε όλους εκεί πέρα σε ένα χώρο και ήρθε ο επικεφαλής Γερμανός και μας έβγαλε λόγο. Μας είπε ότι «εκτελέσαμε ορισμένους , λοιπόν τώρα εσείς θα πάτε να τους θάψετε, αλλά θα προσέξετε καλά, μη μας πειράζετε, μη μας σκοτώνετε, διότι ένα θα πειράζετε, θα σκοτώνομε 10, θα καίμε τα χωριά και διάφορες άλλες συστάσεις. Μας παίρνουν λοιπόν όλους μαζί, μας κατεβάζουν εκεί προς το ποτάμι που είχανε κάνει τις εκτελέσεις, εκεί στεκότανε ένα αυτοκίνητο φορτωμένο με φτυάρια και κασμάδες. Μας τα δώσανε  να πάμε να ανοίξομε  λάκκους για να τους θάψομε. Εγώ, μόλις πήγαμε στον τόπο της εκτέλεσης έψαχνα για τον πατέρα μου. Έψαχνα ανάμεσα στους σκοτωμένους, διότι τους σκοτώνανε και κόβανε κλαδιά και τους σκεπάζανε. Ήτανε στοίβα οι σκοτωμένοι , ο ένας πάνω στον άλλο, είχανε σκοτώσει κάπου 120. Άλλοι επήγανε και σκάβανε τους λάκκους και άλλους μας εβάζανε και τους βγάζαμε από κει που ήταν σωριασμένοι και τους αραδιάζαμε χάμω ένα-ένα. Μόλις είδα τον πατέρα μου εμπήκα και έκλαιγα και μάλιστα του πήρα  από την τσέπη του το ρολόι του. Η ώρα που έδειχνε ήταν 6 παρά τέταρτο, την οποία δεν ξεχνάω και το ρολόι δεν το ανταλάσσω με τίποτα. Το’ χω ιερό κειμήλιο.».

Από το 1990 που επανενώθηκε η Γερμανία, με νομικίστικους χειρισμούς, που δεν συνάδουν με μία χώρα, που διεκδικεί ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, αρνείται να τιμήσει την υπογραφή της και να εκπληρώσει την υποχρέωσή της προς την Ελλάδα. Αρνείται δηλαδή, με περισσή αδιαλλαξία, επί 7 δεκαετίες να αναλάβει την ευθύνη για τα εγκλήματα του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα.

Είναι ενδεικτική η επίσημη απάντηση του γερμανικού κράτους το 1995 στον θρυλικό Αργύρη Σφουντούρη, που έμεινε ορφανός στο Ολοκαύτωμα του Διστόμου και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για δικαιοσύνη. 50 χρόνια μετά την πτώση του εγκληματικού καθεστώτος του Γ’ Ράιχ και τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το γερμανικό, δημοκρατικό κράτος, απάντησε γραπτώς στον Αργύρη Σφουντούρη τα εξής:

«Κατά την άποψη της κυβέρνησης της Ο.Δ.Γ., αντίποινα όπως κατά του χωριού “Δίστομο” δεν προσδιορίζονται ως Ναζιστική δραστηριότητα, τα θύματα της οποίας ζημιώθηκαν για τη ράτσα τους, τη θρησκεία τους ή την εκδηλωμένη αντίθεσή τους στο καθεστώς, αλλά προσδιορίζονται ως γεγονότα στο πλαίσιο των πολεμικών δραστηριοτήτων διότι ήταν αντίποινα σε επιθέσεις ανταρτών» και συνεπώς οι οικογένειες των θυμάτων δεν δικαιούνται αποζημιώσεων!

Σήμερα η γερμανική προπαγάνδα διακινεί μία σειρά μυθευμάτων: ότι δήθεν «το θέμα έχει κλείσει» ή ότι, τάχα, «έχει απωλέσει τη νομιμοποιητική του βάση», ή ότι η Ελλάδα «έχει παραιτηθεί», ή ότι τάχα «έχει αποζημιωθεί». Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ισχύει! Το ζήτημα παραμένει ανοικτό, οι ελληνικές αξιώσεις είναι δίκαιες, ισχυρά θεμελιωμένες και απαράγραπτες ενώ πλέον συναντούν όχι μόνο την υποστήριξη ενός συνεχώς διευρυνόμενου κινήματος στο εσωτερικό της Γερμανίας αλλά και την επιδοκιμασία σημαντικής μερίδας του γερμανικού κοινού.

Ο απολογισμός της Κατοχής στην Ελλάδα είναι φρικιαστικός: συνολικά έχουμε 99 αναγνωρισμένα ολοκαυτώματα πόλεων και χωριών σε όλη την Ελλάδα. 40.000 πολίτες εκτελέστηκαν, 105.000 κατέληξαν όμηροι στα κρεματόρια της φρίκης κι ελάχιστοι εξ αυτών επέζησαν, 1.170 χωριά καταστράφηκαν, 400.000 σπίτια πυρπολήθηκαν. Οι συνολικές απώλειες, λόγω των εκτελέσεων, της πείνας, των ασθενειών και της υπογεννητικότητας κατά τη διάρκεια της Κατοχής ανήλθαν σε περισσότερους από 700.000 ανθρώπους, ή στο 10 και πλέον % του ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μια αληθινή γενοκτονία ήταν το τίμημα που πλήρωσε η Ελλάδα επειδή δεν υποτάχθηκε στις απάνθρωπες ορδές του φασισμού.

Η Κρήτη πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα: μεγαλύτερος αναλογικά αριθμός κατεστραμμένων χωριών, μεγαλύτερος αναλογικά αριθμός Ολοκαυτωμάτων και εκτελεσθέντων.

Πώς μπορεί να είναι ανεκτό από την Ελλάδα ότι ενώ οι άλλες δύο χώρες της τριπλής Κατοχής κατά την περίοδο 1941-1945 (Ιταλία και Βουλγαρία) εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους απέναντί μας, η Γερμανία η οποία ήταν η πρωταίτια του κατοχικού εφιάλτη, αρνείται να αποδώσει τις διεθνώς αναγνωρισμένες οφειλές προς τη χώρα μας; Δεν αποτελεί προσβολή προς τη χώρα και το λαό μας η επιλεκτική εις βάρος μας στάση της Γερμανίας, η οποία ενώ έχει καταβάλλει αποζημιώσεις αλλού, εντούτοις αρνείται να πράξει το ίδιο προς την Ελλάδα;

Πώς άραγε θα αποδοθεί δικαιοσύνη όταν ελάχιστοι δικάστηκαν για τη διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στη χώρα μας; Κι ακόμα, πώς θα αποδοθεί δικαιοσύνη όταν οι οικογένειες των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας στερούνται το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμά τους να έχουν πρόσβαση σε δίκη και δικαστή λόγω της απόλυτης εφαρμογής, χωρίς εξαιρέσεις ούτε για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, της αρχής της ετεροδικίας;

Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη λόγος που διεκδικούμε τις αποζημιώσεις και λοιπές γερμανικές οφειλές: για να δοθεί ένα μήνυμα στους σύγχρονους εκφραστές του Ναζισμού, ότι «κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών του κι όσα χρόνια κι αν χρειαστεί να περάσουν, θα έρθει η ώρα που θα αποδώσει λογαριασμό και θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του».

Πολλοί Γερμανοί δημοκράτες, ακριβώς επειδή αγαπούν την πατρίδα τους, την θέλουν οριστικά απαλλαγμένη από το ναζισμό, με εκκαθαρισμένες τις υποχρεώσεις της, λυτρωμένη από το παρελθόν της. Εμείς έχουμε το δικαίωμα να ζητάμε κάτι λιγότερο απ’ αυτό;

Παρά τις γερμανικές μεθοδεύσεις, το ζήτημα των αποζημιώσεων και επανορθώσεων παραμένει ανοικτό και οι ελληνικές αξιώσεις είναι δίκαιες, ισχυρά θεμελιωμένες και απαράγραπτες. Απαιτείται πολιτική βούληση για δίκαιη και αμοιβαία αποδεκτή λύση. Κάνουμε, ωστόσο, προς όλους σαφές ότι μεθοδεύσεις τύπου «Γερμανικό Ταμείο για το Μέλλον» και «Γερμανοελληνικό ίδρυμα Νεολαίας», που ως στόχο έχουν να ξαναγράψουν την Ιστορία και να καταστείλουν το κίνημα διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών δεν γίνονται αποδεκτές.

 Ένα είναι βέβαιο: δεν θα ησυχάσουμε μέχρι να δικαιωθούμε!